Έξω από την αυλή
“Υπάρχει κάτι ακόμα θλιβερότερο από το να γερνάς, να παραμένεις νήπιος” *
Ήταν τότε που δεν σε ένοιαζε αν θα σκιστεί το παντελόνι έτσι όπως κάθεσαι πάνω στα χαλίκια, αν θα λερώσεις την «καλή» τη μπλούζα παίζοντας με τα χώματα, και τα καινούργια τα παπούτσια πατώντας μες στις λάσπες ή κι αν ακόμα ματώσεις το πρόσωπό σου γλιστρώντας με ορμή πάνω στο πλατύσκαλο της εξώπορτας.
Ήταν τότε που το σήμερα φάνταζε αιώνιο. Μια τρύπα απροσμέτρητη, ένα τεράστιο σιφόνι, που ρούφαγε τα πάντα και τα έφερνε συρρικνωμένα όλα στο εδώ και τώρα. Συρρικνωμένα και ταυτόχρονα απέραντα.
Ο χρόνος ήταν διεσταλμένος και τόσο αχανής όσο και το δωμάτιο, η αυλή κι η γειτονιά των παιδικών σου χρόνων. Όλα χωρούσαν εδώ γύρω και ο καιρός έμοιαζε παντοτινός: τα πάντα απλωμένα σε κάθε υπαρκτή ή υποθετική διάσταση. Ζούσαν στο σήμερα και η μαμά και η γιαγιά, πρόσωπα που στις φωτογραφίες έμοιαζαν ήδη γερασμένα, ήρωες μυθικοί και πλάσματα των παραμυθιών. Το μωσαϊκό του εδώ φτιαγμένο με ψηφίδες σκόρπιες από τις διακοπές το καλοκαίρι στο χωριό, το σαββατοκύριακο στο σπίτι του παππού, ένα καινούργιο φίλο από το σχολείο που έμενε λίγο παρακάτω και τα άγνωστα τοπία της υπαίθρου που έδειχνε η ξεχαρβαλωμένη ασπρόμαυρη τηλεόραση.
Τώρα κάθεσαι και κοιτάς παλιές φωτογραφίες κι ο χρόνος λιγοστεύει. Δεν φτάνει ούτε για να νοσταλγήσεις. Αισθάνεσαι την ανάσα του στην πλάτη σου. Τον βλέπεις στον καθρέφτη να σκάβει το πρόσωπό σου, να σου θαμπώνει το βλέμμα, να αποψιλώνει την άλλοτε ανάλαφρη κώμη που στόλιζε το βαρύθυμο εγώ σου.
Όμως το ζόρικο δεν είναι να αποδεχτείς το χρόνο που γλιστρά ανάμεσα στα δάχτυλα. Το ζόρι είναι να σκάψεις πιο βαθιά από την επίφαση. Να ξεπεράσεις αγωνίες κι ανασφάλειες. Να καταπολεμήσεις φόβους και άγχη. Να καταλάβεις ότι ο κόσμος έχει σταματήσει προ πολλού να εκτείνεται μέχρι εκεί που ορίζει το χέρι κι η ματιά σου. Να σταματήσεις να’σαι το παιδάκι που το έπαιρνε η μαμά απ’το χέρι για να περάσει με ασφάλεια το δρόμο. Να πάψεις να είσαι εκείνο το νήπιο που δεν διεκδικούσε με το σώμα και με το μυαλό, αλλά γέμιζε μύξες στη μύτη και κλάματα στα μάτια για να σκύψουν οι άλλοι πάνω του να του καλύψουν κάθε του ανάγκη.
Την παιδικότητα, αυτή να την κρατήσουμε, όσο γίνεται, ζωντανή. Αλλά τη διαγωγή νηπίου, εκείνη την παιδιάστικη συμπεριφορά και τα ανήλικα φερσίματα ήρθε ο καιρός μια και καλή να χώσουμε βαθιά μέσα στο χώμα της αυλής. Να θάψουμε μέσα μας τον γεροντοέφηβο που ξεγελιέται ο ίδιος, νομίζοντας πως εκείνος ξεγελά το χρόνο. Όμως αν βαδίζουμε εθελοτυφλώντας μόνο στη χώρα της εθελοδουλίας μπορεί να μας οδηγήσει. Ας βγάλουμε το κεφάλι μέσα από την άμμο. Τίποτα δεν δωρίζεται σαν καραμέλα σε πιτσιρικά. Τίποτα δεν προσφέρεται αμαχητί. Τίποτα δεν μπορεί να κερδηθεί αν δεν βγούμε από την καγκελόφραχτη, προστατευμένη αυλή των παιδικών χρόνων, έξω στο δρόμο. Να παίξουμε, ναι, αλλά με τους αμείλικτους όρους των μεγάλων. Μπας και αρχίσει η πραγματικά ενήλικη ζωή μας.
* Από το ημερολόγιο του Τσέζαρε Παβέζε
Cauche Mar