Εν πλω
Έγραφε κάπου ο Καββαδίας για τα πλοία κι έλεγε ότι μοιάζουν εκπληκτικά με τα νοσοκομεία και τα σχολεία. Λευκά και κρύα. Περνώντας ατέλειωτες ώρες μέσα σε ένα καράβι που διαπλέει το Αιγαίο, στο μεταίχμιο του Χειμώνα με την Άνοιξη, ένιωσα την παραμονή μέσα στο πλοίο να μοιάζει και με μια ακόμα συνθήκη, αυτή του εγκλεισμού. Πολύ θα ήθελα να ξέρω τι θα ’λεγε ο Καββαδίας για την αναλογία των πλοίων με τις φυλακές. Αφού όμως δεν υπάρχει διάλογος ας αυθαιρετήσω.
Μου φαίνεται ότι το μακρινό ταξίδι μέσα σε πλοίο σου υποβάλλει μια συγκεκριμένη ψυχολογική κατάσταση που δεν έχεις, ως άλλος έγκλειστος, παρά να αποδεχτείς. Εκτός κι αν είσαι τόσο τολμηρός ώστε να σκέφτεσαι τη φυγή.
Μετράς αντίστροφα, λοιπόν, από την ώρα που θα πιάσεις μια θέση στο καράβι, μέχρι την ώρα της αποφυλάκισης, της απελευθέρωσης από το περίκλειστο περιβάλλον, της άφιξης του πλοίου στον προορισμό του. Ωστόσο ο χρόνος διαστέλλεται μέσα σε καθεστώς καταναγκασμού. Ο ψεύτικος ο χρόνος, αυτή η κατασκευή του μυαλού που άλλοτε κάνει φευγαλέες ολόκληρες εποχές κι άλλοτε δίνει σε στιγμές διαστάσεις ενός αιώνα. Αυτός ο χρόνος, λοιπόν, μοιάζει ασάλευτος μέσα στο πλοίο. Φαντάζομαι και μέσα στο κελί. Τον μετράς αντίστροφα για να περάσει, κάνεις πώς δεν τον υπολογίζεις μήπως και παρασυρθεί κι αυτός και κυλήσει γρηγορότερα. Μάταιος κόπος. Όσο πιο πολύ του δίνεις σημασία, τόσο περισσότερο διαπιστώνεις την ικανότητα του χρόνου να σε βασανίζει απλώς και μόνο που υπάρχει. Κι ας μην υπάρχει αληθινά. Κι ας το ξέρεις.
Δεν είναι μόνο το βάσανο του χρόνου μέσα στο πλοίο που σε κάνει να νιώθεις ασφυκτικά. Είναι και το πεπερασμένο του τόπου. Σηκώνεσαι από τη θέση σου, κάνεις ένα γύρο στους διαδρόμους, κάνεις κι άλλον ένα, κι ακόμα ίσως ένα με ακόμα πιο βαρύ κι αργό βηματισμό. Όμως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ίδιος άγνωστος κόσμος, ίδιο ανοίκειο περιβάλλον. Ξένα όλα. Και τα φώτα και τα καθίσματα και τα πρόσωπα των έγκλειστων συνταξιδευτών. Οι δυο κουβέντες που θα αλλάξεις ίσως με κάποιους από αυτούς ενέχουν το κυρίαρχο στοιχείο της επισφάλειας: είτε πρόκειται για το προσωπικό του πλοίου, είτε για κάποιον ταξιδιώτη είναι αμφίβολο αν θα συναντήσεις ποτέ ξανά το ίδιο πρόσωπο. Ακόμα κι αν το επιδιώξεις. Έτσι οι ανθρώπινες σχέσεις εντός πλοίου/φυλακής απλώς επιτείνουν τη ματαιότητα. Σου κλείνουν σαρκαστικά το μάτι θυμίζοντας ότι είσαι απλώς υποτελής μιας απόλυτα ελεγχόμενης συγκυρίας. Οι κινήσεις σου μέσα στο πλοίο είναι μετρημένες και αυστηρά καθορισμένες. Απαγορεύεται να περάσεις την α΄ ζώνη, αν το εισιτήριό σου αντιστοιχεί σε μια ανεμοδαρμένη θέση στο κατάστρωμα. Απαγορεύεται να διαβείς και το πολυτελές εστιατόριο των μελών του κλαμπ της ακτοπλοϊκής εταιρείας. Πρέπει να αρκεστείς στο φτηνό και φτηνιάρικο σελφ σέρβις. Σε κάθε σου απόπειρα, σε κάθε χειρονομία και μια υπενθύμιση: κάθε φυλακή, ακόμα κι αυτή εδώ η πλωτή, έχει την ιεραρχία, τις τάξεις, τους κανόνες της.
Μα τώρα που πιάνουμε, επιτέλους, ξανά λιμάνι αναλογίζομαι τις ομοιότητες του κόσμου των καραβιών με τις ζωές που ζούμε καθημερινά. Τη ζωή των στεριανών. Κι όσες περισσότερες αναλογίες βρίσκω, τόσο με πιάνει μια λαχτάρα να αποδράσω.
Cauche Mar