Βρέθηκα σ’έναν πόλεμο
Βρέθηκα σ’έναν πόλεμο ανελέητο, χωρίς κανόνες για τη μεριά των εξεγερμένων σκλάβων, με κυανόκρανους θεματοφύλακες των δικαιωμάτων του ανθρώπου κάποιους πειθήνιους ιπποκόμους του αφέντη ή κάτι αδέκαστους δικαστές, αφοσιωμένους στην εφαρμογή των προαιώνιων γραφών που προστατεύουν αυτού του κόσμου τους Καίσαρες, τους Πολ Ποτ, τους Στάλιν, τους Φράνκο και τους Παττακούς.
Βρέθηκα σ΄έναν πόλεμο με θύματα που δεν είχαν πληγές χαίνουσες με ζεστό αίμα, αλλά κρατούσαν ανά χείρας μία ροζ κάρτα ανεργίας που θεωρούσαν ανά δίμηνο περιμένοντας για ώρες στην ουρά του τοπικού Κέντρου Προώθησης Απασχόλησης του ΟΑΕΔ, ένα λευκό χαρτί απόλυσης θυροκολλημένο από το δικαστικό λειτουργό κατ’εντολή της επιχείρησης που έκανε περικοπές ανθρώπινου δυναμικού για να μειώσει το εργατικό κόστος, ένα χαρτί μισθοδοσίας που μαρτυρούσε τις μειωμένες αποδοχές κατά τριάντα τοις εκατό ή απλώς ένα φθαρμένο εικοσάευρο στην τσέπη, ως τρόπαιο για τις δώδεκα ώρες βραδινής λάντζας στα υπόγεια του πανάκριβου εστιατορίου που συχνάζουν οι μεγαλοσχήμονες του Κολωνακίου.
Βρέθηκα σ’έναν πόλεμο που τα στρατεύματα του κράτους δεν είχαν σάρισες ή μάνικες με υγρό πυρ για να εξολοθρεύουν τις ορδές των βάρβαρων αντιπάλων αλλά κρατούσαν πληκτρολόγια, ποντίκια, κάμερες και μικρόφωνα ώστε να στοχεύουν κατευθείαν στην καρδιά και στο μυαλό, χτυπώντας το νευρικό σύστημα, χύνοντας το κατάμαυρο, τοξικό μελάνι του φόβου που παραλύει με συνοπτικές διαδικασίες τα κύτταρα των πολιτών της ευνομούμενης δημοκρατίας, για να τους μετατρέπει με την αρμόζουσα κάθε φορά δοσολογία ψεύδους, προπαγάνδας και εκφοβισμού σε αγελαίες μάζες τρομοκρατημένων δίποδων που αλαλάζουν στα κελεύσματα των κορυφαίων της φυλής.
Βρέθηκα σ’έναν πόλεμο που, αφού κηρύχτηκε στο όνομα της τάξης και της ασφάλειας, των πανάρχαιων παραδόσεων και της ελληνορθόδοξης ταυτότητας, της ομοιογένειας και της μακροημέρευσης του ενδόξου ημών έθνους, έστησε θαλάσσιες παγίδες στους επήλυδες των χωρικών υδάτων, όρθωσε συρματοπλεγμένα τείχη, θεμελίωσε σύγχρονα τσιμεντένια φέρετρα ανθρώπινων ψυχών κι αμόλησε στα πεδινά της επαρχίας και στα τετράγωνα του πολεοδομικού ιστού λεγεωνάριους και μισθοφόρους για να εξολοθρεύουν με κονδύλια από τις Βρυξέλλες τον εξωτερικό, αλλόγλωσσο και αλλόθρησκο εισβολέα.
Βρέθηκα σ’έναν πόλεμο που δεν τον διάλεξα, δεν τον ήθελα. Βρέθηκα σ’έναν πόλεμο ακουσίως όπως χίλιοι, μυριάδες, εκατομμύρια άλλοι, πολλούς αιώνες τώρα. Βρεθήκαμε πολλοί σ’έναν πόλεμο και θυμηθήκαμε την κρίσιμη ώρα εκείνο τον αρχαίο στίχο του Νιόνιου που κάποτε αγαπούσαμε. Βρεθήκαμε σ’έναν πόλεμο και ήρθε η στιγμή να αποφασίσουμε με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε. Κι αποφασίσαμε.
* Ο τίτλος προέρχεται από το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ Ο γύρος της μέρας σε ογδόντα κόσμους που κυκλοφόρησαν τα Διάφανα Κρίνα
Cauche Mar