Τι μου θυμίζεις
Μοιάζεις μ’εκείνον με τα χαλασμένα δόντια στο ανώνυμο πρατήριο βενζίνης που πηγαίνω μια φορά το μήνα -κι ας είναι νοθευμένη η βενζίνη του η πάμφθηνη- που όλο κοιτάζει να εξυπηρετήσει τις γυναίκες οδηγούς κατά προτεραιότητα, όχι επειδή είναι ευγενής και έχει τρόπους αλλά για να τις γδύνει όσο κρατάει ένα γέμισμα με τα μισόκλειστα τα μάτια του απ΄τους μπάφους και να μπορεί να κοκορεύεται απτόητος στους φίλους του όταν σχολάσει για τα «αιδοία» με τα οποία συνευρέθηκε κι απόψε αφού κι αυτόν θα τον τρελάνουνε στο ψέμα για κάτι άλλα «αιδοία» που γνώρισαν προχθές στο φέισμπουκ κι οσονούπω θα τις ρίξουν στο κρεβάτι.
Μοιάζεις με αυτούς τους αναβάτες από κάτι μπλε παπάκια που τρέχουν δίπλα μου ξυστά, διαολεμένα κι έχουνε πάντα σφηνωμένα στην επίσης μπλε στολή τους μια ελαστική, μαύρη απομίμηση του πέους, όπως εκείνου που φαντασιώνονταν από μικροί ότι θα είχαν για να διακορεύουν κοριτσάκια, μα τώρα ελλείψει τέτοιων τα έχουν αντικαταστήσει στον εγκέφαλό τους με αναρχικούς και άλλους επικίνδυνους για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια -προπαντός- που πρέπει το ταχύτερο να εξοντωθούν απ΄τα βρωμόχερά τους.
Μοιάζεις με τον αγέλαστο υπάλληλο της ΕΥΔΑΠ που κάθε τέσσερις μήνες τον κοιτάζω μες στα μάτια αλλά εκείνος αποφεύγει να σηκώσει το κεφάλι πάνω από το γκισέ μην τύχει και διασταυρώσει τη ματιά του με άλλον άνθρωπο κι έτσι καθρεφτιστεί στο ασπράδι των ματιών του άλλου εκείνο το λευκό, το παγωμένο, το αρκτικό τοπίο που έχει μέσα του και κάθε μέρα το μπαζώνει με σκουπίδια βλέποντας πρωϊνάδικα στη δουλειά, παίζοντας κανα στοίχημα στο δρόμο κι ανοίγοντας στο σπίτι άλλη οθόνη για να τον υπνωτίσει ολοκληρωτικά μέχρι να φτάσει η ζωή του η ίδια να τον εγκαταλείψει.
Μοιάζεις με τον ιδιοκτήτη του νέου σουβλατζίδικου που άνοιξε στη γειτονιά κι έβαλε αμέσως αγγελία που ζητάει ντελιβεράδες αλλά δεν θέλει, λέει, να τους κολλάει ένσημα και να τους δίνει δώρα και επιδόματα χριστούγεννα κι αργίες γιατί αυτά κοστίζουν κι αυτός είναι ένας μόνος κι απροστάτευτος επιχειρηματίας πού κάπως πρέπει να κερδοσκοπήσει και αυτός για να΄χει το κράτος να μαζεύει φόρους κι έτσι να μας τους επιστρέφει με τη μορφή των παροχών, που έχουν βέβαια εκλείψει, μα αφού το κέρδος δεν του φτάνει να τα βγάλει πέρα, ο καημένος είπε να βάλει τους ανέργους στη σειρά και με διαφορά ενός μήνα να τους αλλάζει έχοντας πρώτα δοκιμάσει δωρεάν τις δικές τους ικανότητες κι εκείνοι έχοντας επίσης δωρεάν γευτεί τι πάει να πει greek lover.
Μοιάζεις με τον 65άρη που όλο ξεχνάω το μικρό του και του απευθύνομαι στον πληθυντικό αφού τον λέω κύριο τάδε κι ας μην του τρέφω κανένα σεβασμό, με εκείνον τον άνθρωπο τελοσπάντων που μένει στον αποκάτω όροφο και μας θυμάται κάθε που είναι να πληρώσουμε κοινόχρηστα και έχει και όρεξη από πάνω για κουβέντες για την κρίση, για το πώς μας κατάντησαν οι αλήτες, οι κλέφτες, οι πουλημένοι οι πολιτικοί που είναι όλοι τους μασόνοι και εβραίοι κι εγώ του λέω καλό απόγευμα αλλά εκείνος παίρνει ολομόναχος το θάρρος να μου πει για λαθρομετανάστες και τότε εγώ τον πνίγω μες στο βόθρο που έχει η πολυκατοικία στο υπόγειο αλλά το κάνω μόνο κατά φαντασίαν αφού δεν θέλω να σαπίσω στο κελί για ένα φασίστα.
Και τώρα που στα είπα όλα αυτά θυμήθηκα επιτέλους και ποιον μου θυμίζεις. Θυμίζεις εκείνους τους τύπους που είχανε σειρά να μπουν πριν από μένα μες το παραβάν στις πρώτες εκλογές που ψήφισα κάπου στα 18 όταν αναγνωρίστηκα εκ του νόμου ισότιμος πολίτης. Μα τώρα που σε ξαναβλέπω, βέβαια, μοιάζεις και με τους ψηφοφόρους των επόμενων εκλογών που ψήφισα και των επόμενων και εκείνων που τις ακολούθησαν και αυτών που έγιναν πριν από δύο χρόνια ή πριν πέντε-έξι μήνες. Θυμήθηκα για τα καλά λοιπόν, θυμίζεις καθέναν από αυτούς που απαρτίζουν αυτό που ο πρετεντέρης ονομάζει «μέσος άνθρωπος» και άλλοτε βαφτίζει «μέσο όρο» ή κάτι τελοσπάντων που ουδεμία σχέση θέλει να έχει με τα άκρα και με τις ακρότητες. Θυμίζεις τον άνθρωπο που του αποδίδεται ο «κοινός νους» το κατά το κοινώς λεγόμενο και «αυτονόητο», για χάριν του οποίου και μόνο αξίζει να επαναστατήσουμε, όπως προστάζουν οι πάνσοφοι που ορίζουν το δημόσιο λόγο.
Cauche Mar