Κάτω από τα καθίσματα
«Η τέχνη δεν είναι για μένα μια απόλαυση μοναχική. Είναι ένα μέσο για να αγγίζω το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους μια προνομιακή εικόνα για κοινούς πόνους και χαρές» *
Τις τελευταίες εβδομάδες οι καφενειακές συζητήσεις φούντωσαν ξανά μιας κι η χώρα παραπατά μέσα στη μέθη της προεκλογικής περιόδου όπου τα πάντα μπορούν να ειπωθούν: το παρελθόν εξυψώνεται σε χαμένη Ατλαντίδα ή καταγγέλλεται ως κάθε δεινού αιτία, το παρόν διαστρέφεται σαν είδωλο σε παραμορφωτικό καθρέφτη και το μέλλον αιωρείται είτε σαν απειλή είτε σαν υπόσχεση επίγειου παραδείσου.
Όμως τόσο καιρό πριν -πάνε δυο-τρία χρόνια τώρα- στις ατέρμονες συζητήσεις των καφενόβιων, στις σκόρπιες κουβέντες μπροστά σε απλωμένα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων στα περίπτερα ή σ’εκείνο το βασανιστικό λεπτό που πρέπει κάτι να πεις στον γνωστό-άγνωστο ένοικο του διπλανού διαμερίσματος μέχρι να φτάσει το ασανσέρ στον προορισμό του, η μόνιμη επωδός ήταν ένα εκνευριστικά επαναλαμβανόμενο ρεφρέν που έλεγε περίπου αυτό: «μα γιατί δεν γίνεται τίποτα; γιατί δεν κινείται ο κόσμος; γιατί κανείς δεν κάνει κάτι για να αλλάξει η κατάσταση;».
Πόση υποκρισία κρύβεται σ’αυτό το ρητορικό και πολιτικά ευαισθητοποιημένο -δήθεν- ερώτημα; Πόσο ανακουφιστικά αυτάρεσκη είναι μια τέτοια τοποθέτηση προκειμένου να θαφτούν οι ατομικές ενοχές για τη γενικευμένη απάθεια; Ποιος είπε ότι δεν κινείται τίποτα; Ποιος έψαξε, ποιος κοίταξε, ποιος έξυσε λίγο με το νύχι το λούστρο των κατασκευασμένων «ειδήσεων» για να δει τι υπάρχει, τι κινείται κάτω από την άσφαλτο;
Τα πάντα γύρω, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι της εξουσίας, τα μιντιακά τους φερέφωνα, οι ιπποκόμοι των τραπεζοεργολάβων κι οι άλλες μικρές κι απαίσιες ύαινες που διψούν για νέο αίμα από το ξεσκισμένο κοινωνικό σώμα φωνάζουν με ντουντούκες στη διαπασών: κοίτα να περνάς εσύ καλά, κλείσου στον εαυτούλη σου, απογοητεύσου, ζήσε μίζερα ή ακόμα καλύτερα μη ζεις καθόλου, άδειασε μας τη γωνιά το συντομότερο. Κι όμως. Ασφαλώς και κινείται κάτι. Ασφαλώς και δεν έχουν αποχαυνωθεί όλοι στη μαστούρα της αγίας κατανάλωσης (κι ας μας «χαρίζονται» πια με το στανιό κι οι Κυριακές να κάνουμε ψώνια). Ασφαλώς και δεν έχουν ξεπέσει όλοι στον αρρωστημένο ατομισμό και τον παθητικό μηδενισμό.
Υπάρχουν και κάτι αλαφροΐσκιωτοι τύποι που μοιάζουν ετοιμόρροποι αλλά δεν χαμπαριάζουν πολλά από τα απειλητικά παραγγέλματα των ανθυπολοχαγών της κυβέρνησης ή των ευρωπαίων συνταγματαρχών τους. Υπάρχουν κάτι παιδιά που γίνονται παρέες και γράφουν ιστορίες. Μικρές ιστορίες που ακούγονται από στόμα σε στόμα. Που δεν θα τις ακούσεις σε κανένα μεγάλο κανάλι ούτε θα τις διαβάσεις σε καθημερινή εφημερίδα. Είναι οι άνθρωποι που πιστεύουν ακόμα σε κάτι. Σ’αυτό που λέγεται «τέχνη» κι ας μοιάζει ελιτισμός και πολυτέλεια στους καιρούς μας.
Όμως η τέχνη δεν είναι προνόμιο των βολεμένων. Είναι ακριβώς το αντίθετο, είναι το όπλο όλων των άλλων για να αποκαθηλώσουν τους προνομιούχους. Είναι το απαραίτητο εργαλείο για να ψάξεις να βρεις μέσα σ’αυτή την επίγεια κόλαση αυτό που δεν είναι κόλαση. Και όσοι κάνουν τέχνη με ειλικρίνεια και προσωπικό κόστος, όσοι την προσεγγίζουν με σεβασμό κι αξιοπρέπεια, όσοι μιλούν για αυτή, τη φροντίζουν, την περιποιούνται και της ανοίγουν τα φτερά για να πετάξει στο ραδιοφωνικό (και όχι μόνο) αέρα, όπως στον Entropia radio, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να τσιμπάνε ενοχλητικά σαν μύγες το κοιμισμένο σώμα των μαζών. Ασφαλώς και είναι «κάτι» όλο αυτό.
* Αλμπέρ Καμύ, 10 Δεκεμβρίου 1957, από την ομιλία του για την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ στο δημαρχείο της Στοκχόλμης
Cauche Mar