Kαι ήρθε ένας μάγος και άλλαξε το σκηνικό
Φύσηξε αέρας, φύσηξε βροχή
Και ‘γω γυρίζω σα τσακάλι,
Άσχημη μάλλον διάλεξα εποχή
Μες’ το κενό και μές΄τη ζάλη.
Όταν το άκουγα αυτό σε κάποιο ισόγειο- αποθήκη στο Χαϊδάρι, είχα το ποδήλατο παρκαρισμένο στο σαλόνι, μια κεραμιδόγατα στα πόδια μου, ένα ψυγείο μονίμως άδειο και μια αφίσα Παρίσι- Τέξας του Βεντερς πάνω από το κεφάλι μου. Μια Αθήνα χωρίς μετρό, βρόντα το ταμπούρλο σου αρκουδιάρη, σε αυτόν τον κόσμο τον γκρινιάρη. Το πιο κοντινό τηλέφωνο ήταν ένα τετράγωνο πιο πέρα (που κινητά τότε). Η κυρά Γιώτα έβαζε μια φωνή κάθε φορά που με καλούσαν. Λαβύρινθος και πόρτα μυστική, σκάβω στο χώμα σα σκαθάρι. Τότε ντυνόμουν στολιζόμουν και έβγαινα έξω. Εκτός αν κάποιος ερχόταν επιτόπου, για αυτοψία λέγαμε, για να δούμε αν ζούμε. Πέντε- δέκα σπίτια όλα και όλα με φίλους σε απόσταση μιας πεταλιάς, με τις επισκέψεις να είναι συχνές. Με τις τσέπες αδειανές και ένα φόβο στην καρδιά, απ΄του κόσμου τις φωνές μες τη γιορτινή βραδιά. Φοιτητικές σκέψεις, ερωτήσεις ατελείωτες, γκομενικά, συζητήσεις βαθυστόχαστες-φιλοσοφικές που τώρα μου φαίνονται αστείες-παιδικές. Ψυχολογικά τεστ του τύπου “βλέπεις μια κόκκινη πόρτα την ανοίγεις ή όχι;” μας συντρόφευαν κάθε βράδυ.
Ήρθες αχτίδα στο σκοτάδι με τα τρελλά σου γιαπωνέζικα φιλιά. Πόπ κόρν και γαριδάκια, και όλο το φθηνό κρασί του Μπάρμπα Θανάση, περιμένοντας τις κασερόπιτες του φούρνου που έβγαιναν στις 6 το πρωί. Ερωτόκριτος θα γίνω και το δράκο θα ξεκάνω. Ο μόνος Γερμανός που ξέραμε έκανε χρατσ-χράτς και έπρεπε να τον αλλάζουμε κάθε 20 λεπτά. Για σένα γράφω, δασκάλα στην Εύβοια, αρχιτεκτόνισσα στη Ρόδο που ξυπόλυτη χορεύεις στα σοκάκια τα στενα, κορίτσια απ’ το Ηράκλειο και τα Γιάννενα. Επιστήμονες στο Ινστιτούτο Λειζερ, και ερευνητές στο Δημόκριτο. Πέφτει μια ήσυχη βροχή, ήσυχη σαν θλιμμένη κούκλα, με την πιο κοντινή φίλη απο τότε άφαντη, σε ένα κοραλλένιο κήπο στο βυθό. Μου έφτιαξες τη διάθεση εσύ με την κάρτα την Χριστουγεννιάτικη από τα Χανιά, τρία παιδιά και πατέρας καπετάνιος, και για σένα που κάνεις χρυσές δουλειές με τους Ολλανδούς (ίσως τους ιπτάμενους). Φαγητό, κρασί, κρεβάτι, και τα ρούχα μας κοινά. Για σας ξενύχτισα σήμερα – σας το χρωστούσα. Ο καθένας βρήκε το δρόμο (;) του, κύλησε το ρέμα. Διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας, συγκρούστηκαν άγρια. Ακόμα φαίνονται οι μώλωπες από την επαφή σαν απο πάνθηρα δαγκωματιά και εγώ είμαι εδώ να τραγουδάω θάθελα να, θάθελα να’ μουν κηπουρός, το δάκρυ σου είναι το δικό μου αθάνατο νερό. Κάτι παράξενα αλήθεια σινιάλα. Και το όνομά σου ζωγραφίζει ένα φώς.
Σαν άδεια τρένα σέρνονται λόγια βιβλία κι αριθμοί θα μου πείτε, τι σε έχει πιάσει, αναπολείς ή ρομαντζάρεις; Πες το και έτσι και αυτό σωστό είναι. Και τι έγινε δηλαδή, άνθρωποι είμαστε παραξενιές κουβαλάμε. Απόκληρο με είπες μια βραδιά και μου έμεινε για πάντα η ρετσινιά. Μια μέρα μετά… Σε γιορτάσαμε όλοι μαζί. Μόνο αυτό μας έμεινε σαν οικογένεια να κάνουμε. Τι να είναι αυτό που με κουρδίζει, για ποιο παιχνίδι τη ζωή μου προορίζει…
Ο δίσκος ‘’τα μπαράκια’’ του Βαγγέλη Γερμανού βγήκε το 1981 σε παραγωγή του Διονύση Σαββόπουλου. Περιέχει 12 κομμάτια, έξι σε κάθε πλευρά.
Πλευρά Α 
1. ΣΕ ΘΕΛΩ
2.ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
3.ΤΡΟΧΙΑ
4. ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΒΡΟΧΟΥΛΑ
5. ΜΙΚΡΟ
6. Ο ΑΠΟΚΛΗΡΟΣ
Πλευρά Β.
1. Η ΣΗΜΑΔΟΥΡΑ
2. ΕΙΣ’ ΕΝΑΣ ΔΙΑΒΟΛΟΣ
3. ΜΑΣΚΕΣ
4. Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ
5. Η ΜΠΑΝΙΕΡΑ
6. ΜΟΥΡΜΟΥΡΙΣΜΑΤΑ
Στο εξώφυλλο ένας Γερμανός με μαλλιά στυλ Γαρδέλης να περπατάει σε ένα θολό, αβέβαιο αυτοκινητόδρομο το βράδυ, σα να βγαίνει για περίπατο στα φώτα και σε κάποιου φίλου το σπίτι να τρέχει να κρυφτεί.
*(Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη σε πάρκο στο Αιγάλεω μετά από βροχερό πρωινό με την θρυλική (αναλογική αννοείται) Zenith εκεί κάπου το 1993).
Δεν είναι τίποτα σαν πρώτα, και ήρθε ένας μάγος και άλλαξε το σκηνικό…
Θοδωρής Λάλος – visual artist