Θέλεις να γίνεις άνθρωπος; – της Άννας Ραμάλ
Ήταν όνειρο. Διέσχισα την παραλία που άνοιγε ανάμεσα στα χρυσά βράχια, παραμέρισα τους νωχελικούς ανθρώπους – περιστέρια κι έφτασα στη σπηλιά. Σε βρήκα μέσα, σου είπα, «μη γράψεις στη γραφομηχανή, θα κάνεις θόρυβο, θα ενοχλήσεις τους ανθρώπους – περιστέρια κι η παραλία με τα βράχια θα χαθούν. Γράψε στο χέρι».
(Ακούγονται ρυθμικές φωνές: «Να πεθάνει ο χιμπατζής! Να πεθάνει ο χιμπατζής!»)
Θ/ Θέλεις να γίνεις άνθρωπος;
Χ/ Ποτέ!
Θ/ Άσε με μέσα σου να μπω.
Χ/ Έξω από δω.
Θ/ Δεν θες τον λόγο;
Χ/ Ο λόγος του ανθρώπου έχει φέρει επιλογή του απανθρώπου.
Θ/ Δεν θες να μάθεις το γιατί;
Χ/ Γιατί μπορεί.
Θ/ Δεν έχει ούτε ένα καλό;
Χ/ Ρέει ποτάμια το κακό.
Θ/ Κοίτα πόσο αθώο δείχνει ένα ανθρώπινο παιδί.
Χ/ Πες του να τρέξει να σωθεί.
Θ/ Δεν θα ‘ναι ωραίο να μιλάς;
Χ/ Ώστε να γίνω ένας βλάκας φαφλατάς;
Θ/ Μα δεν θα είσαι πια χαζός.
Χ/ Θα ‘μαι ακόμα πιο χαζός. Θα ‘μαι με άποψη κακός.
Θ/ Θα κάνεις τέχνη. Θα φτιάχνεις θεία μουσική.
Χ/ Φτιάξ’ την εσύ.
Θ/ Η τέχνη ίσως να ξορκίζει το κακό.
Χ/ Ίσως να κάνει μία τρύπα στο νερό.
Θ/ Είσαι πολύ αρνητικός.
Χ/ Είμαι παθός.
Θ/ Δεν θέλεις καν να εκδικηθείς;
Χ/ Κι εσύ είσαι πράγματι θεός ή χιμπατζής;
Θ/ (γελάει) Βλέπεις; Το ζώο δεν γελά.
Χ/ Το ζώο δεν χρειάζεται να βρει παρηγοριά. Για μένα η ζωή είναι δώρο. Εκείνος κάνει μόνο ντόρο.
Θ/ Για σένα η ζωή είναι απλή.
Χ/ Για ‘κείνον είναι φυλακή.
(Ο χιμπατζής παίρνει μια γραφομηχανή, βάζει χαρτί, αρχίζει να γράφει κάτι.)
Χ/ «Μην γράψεις» μου είπε, «θα ενοχλήσεις». Μα τον νεκρό πώς να ξυπνήσεις;
(Φωνές: «Να πεθάνει ο χιμπατζής! Να πεθάνει ο χιμπατζής!)
Χ/ Ακούς τι γίνεται; Ακούς;
Θ/ Ναι, δεν τους λες κι ευγενικούς. Όμως κι εσύ τους προκαλείς.
Χ/ Ως συγγραφέας – χιμπατζής!
Θ/ Για τη συνείδηση τι λες;
Χ/ Λέω πως είμαστε στιγμές.
Θ/ Και όχι κάτι πιο βαθύ;
Χ/ Πες το ψυχή. Κι ο πόνος μας είναι κοινός…
Θ/ Αφού είστε νεύρα και μυελός… Αμετακίνητος στη θέση σου, λοιπόν!
Χ/ Θα μείνω ένα αδιάφορο, σχεδόν δίποδο ον.
Θ/ Που δεν του λείπει ο σαρκασμός.
Χ/ Να μου τον έδωσε ο θεός;
Θ/ Τώρα και μένα θες να κρίνεις;
Χ/ Μα εσύ το ελεύθερο δεν δίνεις;
Θ/ Και το αυτεξούσιο υπάρχει.
Χ/ Αφέντη ψάχνει του ανθρώπου η ράχη. Γι’ αυτό επινόησε και σένα.
Θ/ Τα ‘χεις χαμένα.
Χ/ Η ιστορία σου δεν στέκει.
Θ/ Κι όμως αντέχει.
Χ/ Είσαι εκείνο που αναιρεί τον εαυτό του.
Θ/ Είμαι εκείνο που δεν έχει τίποτα δικό του.
Χ/ Μα στο ανθρώπινο μυαλό είσαι χτικιό. Και στην ανθρώπινη ψυχή είσαι πληγή.
Θ/ Ενώ εσύ που δεν με ξέρεις, δεν υποφέρεις.
Χ/ Εγώ υποφέρω απ’ την ανάγκη του κορμιού και μόνο. Εσύ προσφέρεις κι άλλον πόνο. Κι ο άνθρωπος ψάχνει σε σένα σωτηρία. Τι ειρωνεία!
Θ/ Ο άνθρωπος ψάχνει σε μένα την αλήθεια.
Χ/ Κυρίως έχεις γίνει τυπική συνήθεια.
Θ/ Δεν ήρθα, όμως, να μιλήσουμε για μένα. Ήρθα να κάνω άνθρωπο εσένα.
(Φωνές: «Να πεθάνει ο χιμπατζής! Να πεθάνει ο χιμπατζής!»)
Χ/ Κι εσύ αυτό δεν μου ζητάς;
Θ/ Όχι! Μην είσαι μπουνταλάς. Εγώ σε θέλω ν’ ανεβείς κατηγορία. Να γράψεις κάποτε δική σου ιστορία. Όχι τα γεγονότα που έχουν χρονικά συμβεί. Μα όσα αναστοχάστηκες, σε χάραξαν και χάραξες δική σου διαδρομή.
Χ/ Τι θα τους κάνεις τόσους δρόμους; Θέλει το σύμπαν υπονόμους;
Θ/ Μ’ ακόμα δεν κατάλαβες το απλό: Άμα σε κάνω άνθρωπο, σε κάνω και θεό!
Χ/ Κατάλαβα. Είμαι ένα και θα γίνω τρία. Καινοτομία;
Θ/ Είναι εμπειρία. Έτσι το σύμπαν θα μπορείς να σχεδιάζεις, σαν το κοιτάζεις.
Διέσχισα την παραλία προς την αντίθετη κατεύθυνση και σε βρήκα πάλι στην απέναντι σπηλιά. Δεν είχες γραφομηχανή, δεν είχες χαρτί γύρω σου, ούτε μολύβι, φοβήθηκα πως παρεξήγησες τα λόγια μου. «Γιατί δεν γράφεις;» ρώτησα. Μου έδειξες με τα δυο δάχτυλα του χεριού το κεφάλι σου.
Χ/ (κοιτώντας μπροστά) Κάποτε είδα στη σπηλιά μου τον θεό.
Θ/ Στέκομαι εδώ.
Χ/ Ήμουνα, λέει, χιμπατζής και μ’ ενοχλούσε. Αν θα με κάνει άνθρωπο, ρωτούσε.
Θ/ Εδώ είμαι, σε ρωτάω ακόμα.
Χ/ Ίσως να ήταν όνειρο ή μήπως ήμουν λιώμα. Θυμάμαι, πάντως, πως αρνιόμουν με σθένος.
Θ/ Τόσος κόπος χαμένος…
Χ/ Μοιάζει περίεργο το ζώο από τον άνθρωπο να προτιμώ.
Θ/ Το ίδιο είπα κι εγώ.
Χ/ Τα ένστικτα η λογική δαμάζει.
Θ/ Δεν θα ‘πρεπε αυτό να σε πειράζει.
Χ/ Κι η ομορφιά που βλέπουν τα μάτια του ανθρώπου…
Θ/ Οπότε πες μου το «ναι» και σ’ αλλάζω επιτόπου.
Χ/ Πόσα χρόνια να πέρασαν άραγε ως τώρα;
Θ/ Μα δεν έχει περάσει ούτε ώρα.
Χ/ (φεύγοντας) Πάντως, άνθρωπος έγινα σ’ αυτήν τη ζωή.
Θ/ Μα δεν είπες το «ναι», χιμπατζή…
Άννα Ραμάλ