“Παραμύθιασέ με” – από την Κυριακή Δούδη
Σήμερα δεν θα πω πολλά λόγια, θα σας χαρίσω ένα πολύ αγαπημένο μου παραμύθι, «το όνειρο του Γιόμο». Το έχω αφηγηθεί πολλές φορές και δεν το βαριέμαι ποτέ. Είναι ένα παραμύθι από την Γκάνα και με κάνει να γίνομαι και πάλι παιδί. Ιδού: Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια μικρή πόλη σε έναν τόπο μακρινό ένα παληκάρι φτωχό, πολύ φτωχό το καημένο. Ήτανε τόσο φτωχό που δεν είχε τίποτα δικό του παρά μόνο το όνομά του. Το λέγανε Γιόμο. Μα είχε και κάτι που δεν το ήξερε άλλος κανείς, είχε ένα όνειρο. Ένα όνειρο ακριβό που το είχε από μικρός. Ήθελε ένα κόκκινο παλτό. Δούλευε λοιπόν ο Γιόμο, μέρα νύχτα, ασταμάτητα και όσα λεφτουδάκια έπαιρνε τα φύλαγε σε έναν κουμπαρά.
Και πέρασαν μέρες και μήνες και χρόνια και ο κουμπαράς γέμισε και ο Γιόμο τον πήρε και τον έσπασε και ξεχύθηκαν τα κέρματα από μέσα και άρχισε να τα μετράει και έκανε μια στήλη κέρματα και μια άλλη και ακόμη μια, δέκα στήλες με κέρματα έκανε και κατάλαβε ότι αυτά έφταναν πια για να αποκτήσει και αυτός αυτό που ονειρευόταν. Βάζει τα κέρματα σε έναν τορβά και μια και δυο πάει στο μαγαζί που πουλούσαν υφάσματα, καλημέρα, λέει, καλημέρα Γιόμο, του απαντάει ο μαγαζάτορας, τι θέλεις; Θέλω ένα κόκκινο ύφασμα για να ράψω ένα παλτό. Πιάνει ο μαγαζάτορας και αρχίζει να κατεβάζει καναδυό τόπια κόκκινο ύφασμα. Όοοχι , λέει ο Γιόμο, θέλω για το παλτό μου το καλύτερο ύφασμα που έχεις, να, εκείνο εκεί, στο τρίτο ράφι δεξιά και το δείχνει. Α, του λέει τότε εκείνος, αυτό είναι πολύ ακριβό Γιόμο, δεν μπορείς να το πάρεις. Μπορώ, του απαντάει ο Γιόμο, πες μου μόνο πόσο κάνει. Θα χρειαστείς δύο μέτρα, είναι διπλόφαρδο, τόσο επί τόσο μας κάνει τόσο. Βγάζει τα χρήματα ο Γιόμο, μετράει όσα του ζήτησε ο υφασματέμπορος, ανοίγει αυτός το τόπι πάνω στον πάγκο του, απλώνει το ύφασμα και μετράει τα δύο μέτρα και το κόβει. Το παίρνει ο Γιόμο και δρόμο για τη μοδίστρα. Καλώς τον Γιόμο, λέει αυτή, ποιος καλός άνεμος σε φέρνει; Θέλω να μου ράψεις ένα παλτό και να το ύφασμα. Το ξετυλίγει η μοδίστρα και, ω, τι όμορφο ύφασμα είναι αυτό Γιόμο, θα κάνουμε το πιο ωραίο παλτό με αυτό, λέει. Και παίρνει τη μεζούρα της και παίρνει τα μέτρα του Γιόμο και τα σημειώνει στο χαρτάκι της και μετά απλώνει το ύφασμα στο μεγάλο τραπέζι της και με το σαπουνάκι της σχεδιάζει το παλτό και με το ψαλίδι της, χρατς, χρατς, κόβει και μετά από μια πρόβα και μετά από μια δεύτερη, σε λίγες μέρες, να, έτοιμο το κόκκινο παλτό του Γιόμο.
Όμορφος που ήταν ο Γιόμο με το κόκκινο παλτό του! Το φόρεσε και βγήκε στην πλατεία και πήγαινε από δω και πήγαινε από κει και όλοι έλεγαν, ω, τι όμορφο παλτό που είναι αυτό Γιόμο! Και αυτός δεν το έβγαζε από πάνω του, και πέρασαν μέρες και πέρασαν μήνες και πέρασαν χρόνια και ξαφνικά βλέπει μια μικρή τρυπούλα στο παλτό του, πήρε κι άρχισε να λιώνει βλέπετε. Τί να κάνει ο Γιόμο, το παίρνει και πάει στη μοδίστρα, μπορείς να κάνεις κάτι με αυτό, τη ρωτάει. Και βέβαια Γιόμο, λέει αυτή, θα σου κάνω ένα σακκάκι. Και του παίρνει πάλι μέτρα και μετά από μια πρόβα έτοιμο και το κόκκινο σακκάκι. Όμορφος που ήταν ο Γιόμο με το κόκκινο σακκάκι του, όλοι τον θαύμαζαν κι αυτός δεν το έβγαζε από πάνω του. Και πέρασαν μέρες, και πέρασαν μήνες, και πέρασαν χρόνια και έλιωσε το σακκάκι. Δρόμο ο Γιόμο στη μοδίστρα, μεζούρα και μέτρα αυτή και του φτιάχνει ένα γιλέκο. Όμορφος που ήταν με το κόκκινο γιλέκο του και πήγαινε από δω και πήγαινε από κει και δεν το έβγαζε από πάνω του και όλοι έλεγαν, ω, τι όμορφο γιλέκο Γιόμο, κι αυτός δεν το έβγαζε από πάνω του μέχρι που, μετά από μέρες, μήνες και χρόνια τρύπησε κι αυτό και τότε η μοδίστρα του έραψε έναν κόκκινο σκούφο με το ύφασμα που κατάφερε να σώσει.
Και τώρα πια ξέρετε πόσο όμορφος ήταν ο Γιόμο με τον κόκκινο σκούφο του! Με αυτόν κοιμόταν, με αυτόν ξυπνούσε. Και πέρασαν μέρες, πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια και να, μια τρυπούλα στη μέση του σκούφου. Και τώρα; Τρέχει και πάλι στη μοδίστρα ο Γιόμο και δείχνει τον σκούφο του, μπορείς να κάνεις κάτι, τη ρώτησε λυπημένος κι αυτή του έκανε ένα κουμπί, ένα ωραίο κόκκινο κουμπί! Όμορφος που ήταν με το κόκκινο κουμπί του ο Γιόμο! Μα, σαν πέρασαν κι άλλες μέρες, κι άλλοι μήνες, κι άλλα χρόνια, έλιωσε και το ύφασμα στο κουμπί, ξέφτισε, και η μοδίστρα, δεν γίνεται τίποτε πια με αυτό Γιόμο, του είπε κουνώντας το κεφάλι της λυπημένη. Πήρε ο Γιόμο το κόκκινο κουμπί στα χέρια του σαν φυλαχτό και σκυφτός γύρισε σπίτι του. Έπεσε γεμάτος στενοχώρια στο κρεββάτι του και εκεί που τον έπαιρνε ο ύπνος μια σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει ευχαριστημένος. Βρήκα τι θα το κάνω το κόκκινο κουμπί μου, μονολόγησε. Και ξέρετε τι το έκανε; Το έκανε παραμύθι και το μοιράστηκε μαζί μου. Και εγώ μαζί σας.
Αυτά για σήμερα και τα λέμε με το καλό την επόμενη Δευτέρα. Μέχρι τότε να είμαστε όλοι καλά!
Κυριακή